συνεργός


συνεργός
ὁ συν|εργός ≃ сотрудник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συνεργός" в других словарях:

  • συνεργός — working together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργός — ή, ό / συνεργός, όν, ΝΜΑ, και σύνεργος Α ως ουσ. ο συμμέτοχος σε αδίκημα, αυτός που βοηθάει κάποιον με πράξη βοηθητική στην προπαρασκευή ή στην τέλεση αδικήματος (α. «συνεργός σε φόνο» β. «τοῑς ἀδικοῡσιν ἄλλους ξυνεργοὶ κατέστητε», Θουκ.) νεοελλ …   Dictionary of Greek

  • συνεργός — [синэргос] ουσ. участник, помощник, подстрекатель, пособник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συνεργός, -ός, -ό — 1. αυτός που συμπράττει σε μια κακή πράξη, συνένοχος: Είχε και συνεργούς στη ληστεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξυνεργός — συνεργός , συνεργός working together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργόν — συνεργός working together masc/fem acc sg συνεργός working together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργοί — συνεργός working together masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργούς — συνεργός working together masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργά — συνεργός working together neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργέ — συνεργός working together masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεργῷ — συνεργός working together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)